Ναυτικό εργατικό δίκαιο
Ευθύνη του πλοιοκτήτη για απλήρωτες αποδοχές πληρώματος
Το πλήρωμα ενός φορτηγού πλοίου παραμένει χωρίς καταβληθείσες αποδοχές. Ο εργοδότης, ο διαχειριστής του πλοίου, βρίσκεται σε αφερεγγυότητα, ενώ η αλυσίδα ναυλώσεων bareboat και υποναυλώσεων bareboat επιτρέπει σε κάθε μία από τις εταιρείες να υποδεικνύει την επόμενη ως υπεύθυνη. Οι απαιτήσεις των ναυτικών παραμένουν χωρίς αποδέκτη.
Το δικηγορικό γραφείο έστρεψε τις αξιώσεις και κατά του πλοιοκτήτη, βάσει του Κώδικα Εμπορικής Ναυσιπλοΐας, σύμφωνα με τον οποίο οι αποδοχές του πληρώματος αποτελούν δαπάνη εκμετάλλευσης του πλοίου και βαρύνουν αυτόν.
Οι υποθέσεις εκδικάστηκαν από τα δικαστήρια στο ναυτικό κέντρο της χώρας, όπου επί του ζητήματος αυτού είχε διαμορφωθεί πάγια νομολογία ότι ο πλοιοκτήτης δεν ευθύνεται για τις αποδοχές του πληρώματος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αξίωση σε καθεμία από τις υποθέσεις, ενώ το εφετείο επικύρωσε τις απορρίψεις, συνολικά σαράντα έξι δικαστικές αποφάσεις, εκδοθείσες από όλες τις συνθέσεις που εκδίκασαν τις υποθέσεις.
Το δικηγορικό γραφείο δεν εγκατέλειψε καμία από τις υποθέσεις και τις οδήγησε έως το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο.
Αποτέλεσμα: Είκοσι τρεις αναιρετικές υποθέσεις, όλες περατωθείσες υπέρ των ναυτικών. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, και στα δύο πολιτικά τμήματά του και σε διαφορετικές συνθέσεις, εξαφάνισε τις αποφάσεις του εφετείου και έκανε δεκτές τις αξιώσεις κατά του πλοιοκτήτη. Η μέχρι τότε νομολογία των δικαστηρίων επί του ζητήματος ανατράπηκε.
Εμπορικό και εταιρικό δίκαιο
Δικαιώματα μετόχου, αμφισβητηθέντα μετά από αύξηση κεφαλαίου
Δύο μέτοχοι σε βουλγαρική ανώνυμη εταιρεία παραμένουν χωρίς τα έγγραφα που ενσωματώνουν τα δικαιώματά τους: μετά από αύξηση κεφαλαίου, η εταιρεία αρνείται να τους εκδώσει προσωρινούς τίτλους για τις νεοαποκτηθείσες μετοχές και να τους καταχωρίσει στο βιβλίο μετόχων.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, εναντίον τους προβλήθηκαν το βιβλίο μετόχων, το οποίο έλειπε επί σειρά ετών και προσκομίστηκε μόλις σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, ισχυρισμός ότι εν τω μεταξύ ολόκληρο το πακέτο μετοχών τους είχε μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο, καθώς και συμβολαιογραφικό πρακτικό που πιστοποιούσε την καταστροφή των πρωτοτύπων των τίτλων τους. Καθεμία από αυτές τις ενστάσεις ανατράπηκε.
Αποτέλεσμα: Οι αγωγές έγιναν δεκτές στο σύνολό τους, ενώ το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο δεν επέτρεψε την άσκηση αναίρεσης. Το προστατευθέν μετοχικό συμφέρον υπερβαίνει τα 20 εκατομμύρια ευρώ.
Εμπράγματο και κληρονομικό δίκαιο
Αναγνώριση κυριότητας σε περίπτωση αγοράς μέσω παρένθετου προσώπου
Το 2010 ο πελάτης αγοράζει μια βιομηχανική εγκατάσταση σε βιομηχανική ζώνη, οικόπεδο με αποθήκες και εγκαταστάσεις. Διαπραγματεύεται τις συναλλαγές αυτοπροσώπως με τους πωλητές και τους καταβάλλει το τίμημα, όμως λόγω κατασχέσεων που είχαν τότε επιβληθεί επί της περιουσίας του, ως αγοραστής στα συμβολαιογραφικά έγγραφα καταχωρίζεται στενός συγγενής του. Αντέγγραφο μεταξύ των δύο δεν συντάσσεται.
Οκτώ χρόνια αργότερα, ο καταχωρισμένος ως αγοραστής αποβιώνει. Οι λοιποί κληρονόμοι δηλώνουν ότι τα ακίνητα είναι κληρονομιαία. Ο πελάτης ασκεί αγωγές για την αναγνώρισή του ως κυρίου, υποστηρίζοντας ότι οι συμβάσεις συνήφθησαν υπό καθεστώς προσωπικής εικονικότητας ως προς τον αγοραστή, το δε καταχωρισμένο πρόσωπο ήταν παρένθετο.
Τα μοναδικά έγγραφα αποδεικτικά μέσα είναι αποδείξεις από την ημέρα των συναλλαγών, με τις οποίες μέρος των πωλητών βεβαιώνουν ότι έλαβαν το τίμημα ακριβώς από τον πελάτη. Η γνησιότητα και ο χρόνος σύνταξής τους διαπιστώθηκαν με γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εφετείο απέρριψαν τις αγωγές για τον ίδιο λόγο: για να είναι επιτρεπτή η αποκάλυψη προσωπικής εικονικότητας με μαρτυρική κατάθεση, τα δικαστήρια έκριναν ότι απαιτούνται δύο απαρχές έγγραφης απόδειξης, μία για τις σχέσεις με τους πωλητές και δεύτερη για την εσωτερική συμφωνία με το παρένθετο πρόσωπο. Ένα δεύτερο τέτοιο έγγραφο σπανίως υπάρχει εκ φύσεως. Για τον λόγο αυτό, οι καταθέσεις των εξετασθέντων πωλητών κρίθηκαν απαράδεκτες και οι αγωγές αναπόδεικτες.
Το δικηγορικό γραφείο οδήγησε την υπόθεση έως το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, το οποίο επέτρεψε την αναίρεση επί του ζητήματος αυτού, ως ζήτημα σημασίας για την εξέλιξη του δικαίου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αρκεί ένα έγγραφο που καθιστά την εικονικότητα πιθανή, και ότι η απαίτηση αφορά μόνο το παραδεκτό της μαρτυρικής κατάθεσης, όχι το τελικό συμπέρασμα για το αν η εικονικότητα αποδείχθηκε.
Αντί να αναπέμψει την υπόθεση για νέα εκδίκαση, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε τη διαφορά επί της ουσίας: εξέτασε τις καταθέσεις των πωλητών, τις συνέκρινε με τις πραγματογνωμοσύνες και με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης, και έκρινε την εικονικότητα αποδεδειγμένη.
Αποτέλεσμα: Οι αποφάσεις των δύο προηγούμενων βαθμών δικαιοδοσίας εξαφανίστηκαν, οι δε αγωγές έγιναν δεκτές στο σύνολό τους, με επιδίκαση των δικαστικών εξόδων και για τους τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας. Η απόφαση είναι αμετάκλητη, και η απάντηση επί του τεθέντος ζητήματος αποτελεί μέρος της νομολογίας του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου.